Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Η Πρόταση του Υπουργείου Εσωτερικών για τις αρμοδιότητες και τα διάφορα «μοντέλα» των ΟΤΑ: «Ώδινεν όρος και έτεκεν μυν»

Σχολιάζοντας την Πρόταση της Επιτροπής του άρθρου 5 του ν. 4368/2016 για την Αναθεώρηση του Θεσμικού Πλαισίου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Μέρος 1ο 

Του Δημήτρη Κατσούλη

Α. «Κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των τριών επιπέδων Διοίκησης. Αναπροσδιορισμός της έννοιας και μεθοδολογικές προϋποθέσεις μιας λυσιτελούς ανακατανομής»

Η Πρόταση της Επιτροπής του άρθρου 4 του ν. 4368/2016, δηλαδή της Επιτροπής που συνέστησε το Υπουργείο Εσωτερικών για να επεξεργαστεί την «Αλλαγή» έως και την «Κατάργηση» του «Καλλικράτη» είναι πράγματι εκτεταμένη και καλύπτει ένα ευρύ φάσμα  θεματικών ενοτήτων. Έως σήμερα δεν έχει τύχει πάντως της συστηματικής αξιολόγησης ιδίως από την πλευρά της Αυτοδιοίκησης. Η άποψη ότι το εγχείρημα δεν αντέχει στην σοβαρή αξιολόγηση δεν είναι εύστοχη κυρίως όταν η «άλλη πλευρά» δεν έχει προτείνει και εκείνη το δικό της σχέδιο μεταρρύθμισης. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, όπως θα αναδείξουμε οι αφετηρίες ή οι προβληματισμοί των δύο πλευρών, της Κυβέρνησης και της Αυτοδιοίκησης όχι μόνο συγκλίνουν αλλά έχουν και κοινό τόπο.
Την Πρόταση της Επιτροπής την αξιολογούμε με κριτήρια το μεταρρυθμιστικό πλαίσιο και τις Τομές Δημοκρατίας που υποδεικνύουμε στα κείμενά μας.
Έχουμε υποστηρίξει ότι:
«Η αποκέντρωση της εξουσίας στο πολιτικό και διοικητικό σύστημα είναι πρωτίστως μεταρρύθμιση που ενισχύει την δημοκρατία και εμπεδώνει την λαϊκή κυριαρχία. Συνεπώς συνδέεται άμεσα με την δημοκρατική νομιμοποίηση των οργάνων που ασκούν τις αρμοδιότητες, με τη συμμετοχή των πολιτών και των κοινωνιών του Δήμου και της Περιφέρειας στην άσκηση της εξουσίας.
Όσο η μεγάλη αυτή μεταρρύθμιση, η «μεταρρύθμιση μητέρα» όλων των επιμέρους, (σύστημα διακυβέρνησης, καταστατική θέση, εποπτεία κ.ο.κ.) δεν σχεδιάζεται με σοβαρότητα και επίγνωση των συνεπειών της, όσο δεν συνδυάζεται με την αποκέντρωση πόρων, ανθρώπινου δυναμικού και λειτουργικών μέσων, όσο δεν σχεδιάζεται και δεν εφαρμόζεται στο σύνολο του διοικητικού συστήματος  η πραγμάτωση της συνταγματικής επιταγής θα είναι ανεκπλήρωτη, η αυτοδιοίκηση θα παραπαίει μεταξύ δήθεν μεταρρυθμίσεων χειραφέτησης  οι οποίες στην πράξη θα οδηγούν σε επιδείνωση της χειραγώγησή της.
Όσο αυτή η συνολική ανακατανομή δεν πραγματώνεται η διελκυστίνδα μεταξύ κεντρικού κράτους και τοπικής αυτοδιοίκησης ως προς τις αρμοδιότητες θα κινείται προς την πλευρά του κεντρικού κράτους και της γραφειοκρατικής «τάξης» των Υπουργείων.
Η κατανομή των αρμοδιοτήτων σε αυτή την ευρεία κλίμακα δεν μπορεί να αποσυνδέεται με την ανακατανομή των πόρων που απαιτούνται για την άσκησή τους. Συνεπώς κρίσιμη φάση μίας μεταρρυθμιστικής διαδικασίας αυτού του περιεχομένου είναι η κοστολόγηση των υπηρεσιών και συνεπώς η ανακατανομή των πόρων ανάλογα με την μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων και των υπηρεσιών σε κεντρικό και αυτοδιοικητικό επίπεδο.
Δεν εννοείται ευρεία αποκέντρωση αρμοδιοτήτων χωρίς την μετακίνηση υπηρεσιών και προσωπικού. Η άσκηση των επιτελικών λειτουργιών στα Υπουργεία απαιτεί λιγότερο και διαφορετικής ποιότητας προσωπικό ενώ αντίθετα η μεταβίβαση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων στους Δήμους και τις Περιφέρειες απαιτεί περισσότερο, καταρχήν, και έμπειρο στην εκτελεστική λειτουργία προσωπικό» (http://tetradioaftodioikisis.blogspot.gr/2017/02/blog-post.html).

Η Πρόταση της Επιτροπής δεν έχει ως αφετηρία ένα συγκεκριμένο στρατηγικό πλαίσιο, όπως αναδεικνύουμε, για την αλλαγή του συγκεντρωτικού κράτους με την οικοδόμηση της Πολυεπίπεδης Πολιτείας που βασίζεται στο Επιτελικό Κράτος, στις Περιφέρειες και τους Δήμους έτσι ώστε να προκρίνεται η δραστική ανακατανομή της δημόσιας εξουσίας μεταξύ αυτών των τριών επιπέδων δημοκρατικής διακυβέρνησης. Γενικότερα ο στρατηγικός στόχος, η κυρίαρχη πολιτική εντολή πάνω στην οποία κλήθηκε να εργαστεί η Επιτροπή δεν είναι σαφής, ορατή και όντως καθόλου «κυρίαρχη». Αντίθετα η Επιτροπή, στο Μέρος 1ο της Πρότασης εστιάζει την προσοχή της στην επανάληψη σεναρίων και ιδεών που έχουν ήδη απασχολήσει τη Διοίκηση και τις προηγούμενες μεταρρυθμιστικές επιλογές και, ιδίως ως προς τις αρμοδιότητες, περιορίζεται στην παράθεση μίας μεθοδολογίας που αναφέρεται σε τεχνικές μετακίνησης διοικητικών αρμοδιοτήτων και διόρθωσης του Καλλικράτη με κριτήρια μάλιστα που θέτει η εμπειρία της διοικητικής λειτουργίας του Υπουργείου Εσωτερικών ενώ δεν φαίνεται να λαμβάνεται υπόψη η αντίστοιχη εμπειρία των ιδίων των Αυτοδιοικητικών που λειτουργούν τον «Καλλικράτη».
Είναι όντως φιλότιμες οι προσπάθειες καταγραφής των αρμοδιοτήτων αλλά δεν είναι βέβαιο ότι και αυτή η καταγραφή δεν θα οδηγήσει στην κατάστρωση διατάξεων απαρίθμησης και αναδιανομής εκτελεστικών αρμοδιοτήτων χωρίς να αγγίζεται το πρόβλημα που είναι η ποιοτική διαφοροποίηση των αρμοδιοτήτων των κεντρικών, επιτελικών δομών διακυβέρνησης και η μεταφορά αρμοδιοτήτων ανώτατης διοίκησης, δηλαδή ολοκληρωμένων αρμοδιοτήτων, στους Δήμους και τις Περιφέρειες.

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Πολυεπίπεδη Δημοκρατική Διακυβέρνηση με αποκέντρωση της εξουσίας από τα Υπουργεία στις Περιφέρειες και τους Δήμους

Ομιλία του Δημάρχου Χαλκιδέων Χρήστου Παγώνη στη Κοινή Συνάντηση ΠΕΔ Στερεάς Ελλάδας και Θεσσαλίας για την Μεταρρύθμιση στην Αυτοδιοίκηση

Αγαπητοί συνάδελφοι,
Η σημερινή μας συνάντηση γίνεται για να συζητήσουμε τις προτάσεις του Πορίσματος του Υπουργείου Εσωτερικών για την πολυδιαφημισμένη αλλαγή του Καλλικράτη, για την μεταρρύθμιση στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Αντιπαρέρχομαι, ορισμένα καίρια ερωτήματα που  όμως απαιτούν και μακρά συζήτηση  και ίσως είναι εκτός της ατζέντας.
Πρώτα απ΄όλα
• Γιατί σήμερα χρειάζεται ακόμη μία μεταρρύθμιση στην Αυτοδιοίκηση;
• Γιατί χρειάζεται να αλλάξει ο Καλλικράτης όταν είναι βέβαιο ότι η τραγική οικονομική κρίση αλλά και η βούληση της Πολιτείας, του Κεντρικού Κράτους, δεν επέτρεψαν την συνολική και σε όλες τις πτυχές εφαρμογή της μεταρρύθμισης, έτσι ώστε να αξιολογηθεί και να απορριφθεί;
• Εάν πράγματι χρειάζεται να αλλάξει ο Καλλικράτης και το σημερινό σύστημα της Αυτοδιοίκησης από ποια αξιολόγηση της εφαρμογής του προέκυψε και σε ποιες κατευθύνσεις θα γίνουν αυτές οι αλλαγές;
Αυτά τα ερωτήματα δεν τέθηκαν και δεν απαντήθηκαν
Απλώς ξεκίνησαν με το σύνθημα να αλλάξουμε τον μνημονιακό και δημαρχοκεντρικό Καλλικράτη για να καταλήξουν μετά από κυοφορία πολλών μηνών σε αυτό το Πόρισμα το οποίο όμως είναι ένα Πόρισμα Ομάδων Εργασίας κυρίως Υπηρεσιακών Στελεχών με κάποιες ίσως ιδέες που εκφράζουν την Κυβέρνηση. Δεν είναι απαραιτήτως κακό αυτό. Το κακό είναι ότι αυτές οι προτάσεις δεν προέκυψαν μέσα από την ουσιαστική συμμετοχή της ίδιας της τοπικής αυτοδιοίκησης στο διάλογο, αφού η συμμετοχή μας κατέστη περιορισμένη και κυρίως τυπική. Αντιθέτως οι προτάσεις του Πορίσματος όταν δεν απηχούν απόψεις πολιτικών κύκλων της κυβερνητικής πλειοψηφίας είναι αποκύημα της εμπειρίας, ενδεχομένως, αλλά και των εμμονών των υπηρεσιακών παραγόντων του Υπουργείου Εσωτερικών, δεν είναι όμως σε καμία περίπτωση βγαλμένες μέσα από την εμπειρία των στελεχών της Αυτοδιοίκησης.
Ακούγαμε έως τώρα ότι η μεταρρύθμιση που θα έρθει δεν θα είναι σαν τις προηγούμενες κυρίως γιατί θα ξαναμοίραζε τις αρμοδιότητες μεταξύ Κράτους και Αυτοδιοίκησης και θα εξασφάλιζε τους αντίστοιχους πόρους. Δηλαδή όλα αυτά που και άλλοτε εξαγγέλλονταν αλλά στην πράξη κατέληγαν διαφορετικά. Αντί γιαυτό όμως η πολύμηνη κυοφορία της Επιτροπής διατυπώνεται σε μία πρόταση μεθοδολογίας αμφιβόλου εφαρμοστικότητας και αποτελέσματος χωρίς να ξαναμοιράζει τις αρμοδιότητες και κυρίως χωρίς να το κάνει αυτό με εργαλείο τις αρχές τις εγγύτητας και της επικουρικότητας. Εν κατακλείδι, τίποτε το καινούργιο δεν προτείνει για τις αρμοδιότητες, αλλά αντιθέτως εντείνει τα προβλήματα εισάγοντας έστω ως παραδείγματα θέματα ανακατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ Δήμων και Περιφερειών, όπως το θέμα των Πολεοδομιών ή νεκρανασταίνει Υπηρεσίες όπως οι παλιές ΤΥΔΚ, όταν ένας από τους στόχους των μεγάλων Δήμων που σχημάτισε ο Καλλικράτης ήταν ακριβώς η ικανότητά τους να παρέχουν υπηρεσίες αλλά και να συγκροτούν βασικές υποστηρικτικές υπηρεσίες όπως τεχνικές κ.ο.κ. 
Δεν αναζήτησε η Επιτροπή τις αιτίες για τις οποίες μεσούσης της κρίσης  οι Δήμοι δεν μπόρεσαν να αναπτύξουν τις υπηρεσίες τους, δεν υποστηρίχθηκαν γιαυτό από την Πολιτεία, και δεν  μας απαντά πως, χωρίς στοιχειωδώς δικές τους υποστηρικτικές υπηρεσίες  οι Δήμοι θα μπορέσουν να ασκήσουν τις αρμοδιότητές τους, πόσο μάλλον να γίνουν και αποδέκτες περισσοτέρων, όπως απαιτείται σύμφωνα με την αρχή της εγγύτητας.
Με άλλα λόγια μέσα από τις πολυσέλιδες πολυλογίες της Πρότασης ή καλύτερα της μη Πρότασης, στο θέμα των αρμοδιοτήτων αποκαλύπτεται δυστυχώς  όχι μόνο η ακαταλληλότητα αυτής της Επιτροπής να ανοίξει νέους δρόμους ισχυρής Αυτοδιοίκησης αλλά και η σκοπιμότητα να υποβαθμιστούν οι Δήμοι, να χειραγωγηθούν ακόμη περισσότερο ιδίως οι μεσαίοι και μικροί Δήμοι αφού θα στερηθούν μέσα, προσωπικό και αρμοδιότητες.
Σε αυτό το περιτύλιγμα των 400 και σελίδων βρίσκεται ο «κρυμμένος Θησαυρός.  Η αλλαγή του εκλογικού νόμου.
Κατά την γνώμη μου, εμείς της Αυτοδιοίκησης πρέπει να είμαστε ανοικτοί στον διάλογο χωρίς να πέφτουμε στην παγίδα της τυφλής ή χωρίς επιχειρήματα μεταρρύθμισης του εκλογικού συστήματος. Για να εξηγούμαι:
Η υιοθέτηση ενός εκλογικού συστήματος απλής αναλογικής μπορεί να οδηγήσει στην ακυβερνησία τους Δήμους. Ιδίως όταν η σύγκρουση μεταξύ του Δημάρχου και του Δημοτικού Συμβουλίου γίνεται οξεία και αγεφύρωτη. Λέει ο αντίλογος. Μα και σήμερα οι περισσότερες αποφάσεις λαμβάνονται ομόφωνα. Γιατί αυτό να μην γίνεται και αύριο.
Δεν θα γίνεται για έναν απλό λόγο. Γιατί σήμερα έχουν ομοφωνίες επειδή η ύπαρξη μίας δεδομένης πλειοψηφίας παγιώνει την ομογνωμία Δημάρχου και Συμβουλίου και οι παρατάξεις της μειοψηφίας πλαισιώνουν αυτή την ομογνωμία. Όταν στο Συμβούλιο διαμορφώνεται συγκρουσιακή πλειοψηφία κατά του Δημάρχου θα εκλείψουν οι προϋποθέσεις της ομοφωνίας και θα αναδεικνύονται οι τυφλές συγκρούσεις.

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Προς την «Μεταρρύθμιση-Μητέρα». Πολυεπίπεδη Δημοκρατική Διακυβέρνηση. Ανακατανομή αρμοδιοτήτων και εξουσίας.

Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη

Η πρόσφατη ανακοίνωση των οκτώ αξόνων της πρότασης του Υπουργείου Εσωτερικών για την μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και η αναμενόμενη παρουσίαση του πορίσματος της Ειδικής Επιτροπής πρόκειται να πυροδοτήσει εκ νέου την πολεμική γύρω από τις θεσμικές αλλαγές στους Δήμους και τις Περιφέρειες. Εμείς επιμένουμε πάντως ότι αυτό που χρειάζεται είναι ο διάλογος και η σε βάθος μελέτη των προτεινόμενων αλλαγών και όχι η ρηχή αντιπαράθεση με όρους μάλιστα που καθορίζονται από το παραπαίον κεντρικό πολιτικό σύστημα. Χρειάζεται όμως και η ανάδειξη τόσο της κατεύθυνσης όσο και των βασικών αρχών που πρέπει να διέπουν την μεταρρύθμιση. Παρότι της προσδοκώμενης προοδευτικής μεταρρύθμισης "οι καιροί ού μενετοί" ο διάλογος πρέπει να είναι ουσιαστικός και χωρίς παρωπίδες και υστεροβουλίες αλλά πάντα με συνέπεια σε αρχές και στόχους. Αυτό για την Αυτοδιοίκηση σημαίνει πρώτα απ όλα μετατόπιση στο κέντρο του πολιτικού και διοικητικού συστήματος με καταξίωση της Πολυεπίπεδης Δημοκρατικής Διακυβέρνησης το Α και Ω της οποίας είναι η ανακατανομή των αρμοδιοτήτων και της εξουσίας σε όλα τα επίπεδα.
Στο πλαίσιο αυτής της παρέμβασης στο διάλογο προδημοσιεύουμε ένα επίκαιρο κεφάλαιο από την  Μελέτης μας με θέμα ΤΟΜΕΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ.


Προφανώς το ισχύον σύστημα προσδιορισμού των αρμοδιοτήτων της τοπικής αυτοδιοίκησης συνάδει με την κυρίαρχη αντίληψη του συγκεντρωτισμού που ενθαρρύνει τη χειραγώγηση και όχι τη χειραφέτηση των Δήμων και των Περιφερειών. Εξάλλου όσο οι δημόσιες πολιτικές ασκούνται με επίκεντρο τα Υπουργεία και τους κεντρικούς καθ΄ύλη αρμόδιους δημόσιους οργανισμούς οι Δήμοι και οι Περιφέρειες θα είναι αποδέκτες επιμέρους αποσπασματικών αρμοδιοτήτων – παρά την συνταγματική επιταγή- οι οποίες δια της μεθόδου της απαρίθμησης θα εμφανίζονται πολυάριθμες.
Η πραγμάτωση της συνταγματικής επιταγής για την διοίκηση των τοπικών υποθέσεων από Δήμους και Περιφέρειες δεν μπορεί να συναντήσει πεδίο εφαρμογής παρά μόνο στο πλαίσιο μίας γενικής αναδιάρθρωσης και ανακατανομής της εξουσίας μεταξύ του κεντρικού επιτελικού κράτους, το οποίο περιορίζεται[1] αποκλειστικά και μόνο στις επιτελικές λειτουργίες ενώ όλες οι εκτελεστικές λειτουργίες μεταβιβάζονται στους Δήμους και στις Περιφέρειες.
Άλλωστε οι αρχές της εγγύτητας, της αποτελεσματικότητας και της επικουρικότητας μόνο σε αυτή την περίπτωση έχουν πεδίον εφαρμογής.
Όσο αυτή η συνολική ανακατανομή δεν πραγματώνεται η διελκυστίνδα μεταξύ κεντρικού κράτους και τοπικής αυτοδιοίκησης ως προς τις αρμοδιότητες θα κινείται προς την πλευρά του κεντρικού κράτους και της γραφειοκρατικής «τάξης» των Υπουργείων.
Η κατανομή των αρμοδιοτήτων σε αυτή την ευρεία κλίμακα δεν μπορεί να αποσυνδέεται με την ανακατανομή των πόρων που απαιτούνται για την άσκησή τους. Συνεπώς κρίσιμη φάση μίας μεταρρυθμιστικής διαδικασίας αυτού του περιεχομένου είναι η κοστολόγηση των υπηρεσιών και συνεπώς η ανακατανομή των πόρων ανάλογα με την μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων και των υπηρεσιών σε κεντρικό και αυτοδιοικητικό επίπεδο.
Δεν εννοείται ευρεία αποκέντρωση αρμοδιοτήτων χωρίς την μετακίνηση υπηρεσιών και προσωπικού. Η άσκηση των επιτελικών λειτουργιών στα Υπουργεία απαιτεί λιγότερο και διαφορετικής ποιότητας προσωπικό ενώ αντίθετα η μεταβίβαση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων στους Δήμους και τις Περιφέρειες απαιτεί περισσότερο, καταρχήν, και έμπειρο στην εκτελεστική λειτουργία προσωπικό.
Όσο η μεγάλη αυτή μεταρρύθμιση, η «μεταρρύθμιση μητέρα» όλων των επιμέρους, (σύστημα διακυβέρνησης, καταστατική θέση, εποπτεία κ.ο.κ.) δεν σχεδιάζεται με σοβαρότητα και επίγνωση των συνεπειών της, όσο δεν συνδυάζεται με την αποκέντρωση πόρων, ανθρώπινου δυναμικού και λειτουργικών μέσων, όσο δεν σχεδιάζεται και δεν εφαρμόζεται στο σύνολο του διοικητικού συστήματος  η πραγμάτωση της συνταγματικής επιταγής θα είναι ανεκπλήρωτη, η αυτοδιοίκηση θα παραπαίει μεταξύ δήθεν μεταρρυθμίσεων χειραφέτησης  οι οποίες στην πράξη θα οδηγούν σε επιδείνωση της χειραγώγησή της.
Η αποκέντρωση της εξουσίας στο πολιτικό και διοικητικό σύστημα είναι πρωτίστως μεταρρύθμιση που ενισχύει την δημοκρατία και εμπεδώνει την λαϊκή κυριαρχία. Συνεπώς συνδέεται άμεσα με την δημοκρατική νομιμοποίηση των οργάνων που ασκούν τις αρμοδιότητες, με τη συμμετοχή των πολιτών και των κοινωνιών του Δήμου και της Περιφέρειας στην άσκηση της εξουσίας.
Υπό αυτή την έννοια η αποκέντρωση της πολιτικής και διοικητικής εξουσίας, η αποκεντρωμένη και πολυεπίπεδη άσκηση όλων των δημοσίων πολιτικών από όργανα δημοκρατικής νομιμοποίησης σε κεντρικό αλλά και σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, οφείλει να αποτελεί στόχο αλλά και καθήκον των αιρετών λειτουργών της αυτοδιοίκησης διότι αυτή συγκροτεί το περιεχόμενο της πολιτικής εντολής της οποίας οι αιρετοί θα ήθελαν να είναι αποδέκτες.
Είναι διαφορετική η δυναμική της δημοκρατικής νομιμοποίησης και συνακόλουθα της πολιτικής συμμετοχής όταν το αντικείμενο της πολιτικής εντολής είναι ευρύ και ουσιαστικό και διαφορετική όταν είναι περιορισμένο και αποσπασματικό.
Η πολιτική και θεσμική διεργασία αυτής της μεταρρύθμισης δεν υπήρξε ποτέ έως σήμερα στην Ελλάδα. Οι τρεις κορυφαίες μεταβολές στην δομή της ελληνικής αυτοδιοίκησης, το Πρόγραμμα Ιωάννης Καποδίστριας και το Πρόγραμμα Καλλικράτης καθώς και η καθιέρωση των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων περιορίστηκαν σε χωρικές αναδιαρθρώσεις και αποσπασματικές μεταβιβάσεις και ανακατανομές αρμοδιοτήτων χωρίς να αγγίξουν τον σκληρό πυρήνα του συγκεντρωτισμού που διέπει το πολιτικό και διοικητικό σύστημα με αποτέλεσμα να παραμένει αμετάβλητο το κεντρικό σύστημα αρμοδιοτήτων και λειτουργιών των Υπουργείων. Παράλληλα η μη μεταφορά των αντίστοιχων πόρων, παρά την συνταγματική επιταγή, αφυδάτωνε ακόμη και αυτή την χωλή αποκέντρωση.
Σήμερα, το πολιτικό προσωπικό της Αυτοδιοίκησης  όντας εκείνο που προσδοκά να αναβαθμίσει τον ρόλο του μέσα από την ανασυγκρότηση του πολιτικού και διοικητικού συστήματος με ανακατανομή εξουσιών από το Κράτος προς την Αυτοδιοίκηση, οφείλει να αντιμετωπίσει με σύνεση και σοβαρότητα το σχεδιασμό και τη διεκδίκηση αυτής της κορυφαίας μεταρρύθμισης. Αρκεί να γίνει κατανοητό ότι στο πεδίο της πραγματώνεται  η δημοκρατική ανασυγκρότησης της Πολιτείας με αναβάθμιση του ρόλου της Αυτοδιοίκησης. Το περιεχόμενο της πολιτικής εντολής έχει την μέγιστη σημασία. Μετά έπεται η δομή του συστήματος διακυβέρνησης και των σχέσεων ή των διόδων δημοκρατικής νομιμοποίησης  των αιρετών οργάνων.
Έως σήμερα πάντως, πέραν της πολιτικής φιλολογίας γενικόλογων διακηρύξεων και συνθημάτων δεν έχει κατατεθεί πρόταση επί της οποίας γίνεται συζήτηση[2]. Αντιθέτως οι διαγκωνισμοί μεταξύ των αιρετών των Δήμων και των Περιφερειών και οι ανταγωνισμοί για την άσκηση της χωλής εξουσίας τους δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας.
Η Πρόταση
Η κορυφαία μεταρρύθμιση της ανακατανομής της εξουσίας στο πολιτικό διοικητικό σύστημα μεταξύ κεντρικού κράτους, Περιφερειών και Δήμων πρέπει να υπακούει στους ακόλουθους κανόνες:

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Κόμματα και Τοπική Αυτοδιοίκηση

Σχόλιο 

του Δημήτρη Κατσούλη
Το ετήσιο τακτικό συνέδριο της ΚΕΔΕ στη Θεσσαλονίκη έκλεισε πριν λίγο την αυλαία του. Δεν υπήρξε ασφαλώς κατώτερο των περιστάσεων, αποτύπωσε ακριβώς την κατάσταση που επικρατεί στο πολιτικό σύστημα και στην πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση. Ως προς αυτή την κατάσταση οι πρωταγωνιστές υπήρξαν ειλικρινείς και ανταποκρίθηκαν στους ρόλους. Η πραγματικότητα της Αυτοδιοίκησης που βρίσκεται πλέον στο περιθώριο του παρακμιακού πολιτικού συστήματος  έχει πια εδραιωθεί.
Η μεν Κυβέρνηση, εμφανώς και χωρίς προκάλυψη αντιλαμβάνεται τη θέση της Αυτοδιοίκησης και συνακόλουθα την πολυεπίπεδη διάρθρωσή της ως πεδίο αμφισβήτησης της κυριαρχίας στο Κεντρικό Κράτος και προκρίνει το εκλογικό σύστημα ως μέσον για να ενισχύσει τις δυνάμεις της στο τοπικό κράτος. Συγκυριακή ή και στρατηγική – δεν έχει τόση διαφορά ή σημασία- επιλογή της η σύγκρουση με μοχλό την αλλαγή του εκλογικού συστήματος, συνοδευόμενης ή μη από την αλλαγή των θεσμικών ημερομηνιών και την επίσπευση των αυτοδιοικητικών εκλογών. Υπονομεύει έτσι τη διακηρυγμένη πρόθεσή της να αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο ενισχύοντας την Αποκέντρωση και την Αυτοδιοίκηση.
Η  δε Αξιωματική Αντιπολίτευση δια του αρχηγού της διακήρυξε με απόλυτη σαφήνεια το περίγραμμα του «μέλλοντος» που προδιαγράφει για την Αυτοδιοίκηση όταν αναλάβει την διακυβέρνηση. Τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει εκτός από όσα όλοι γνωρίζουν. Οι όποιες βαθιές αλλαγές παραπέμπονται στο απώτερο και αόριστο μέλλον. Ένα είναι σίγουρο πάντως, δεν φαίνεται να στοχεύει στην μετατόπιση της Αυτοδιοίκησης από το περιθώριο στο επίκεντρο του πολιτικού και διοικητικού συστήματος. Παράπλευρες στοχεύσεις ή αμήχανες εξαγγελίες οι αλλαγές που υπαινίχθηκε στο οικονομικό πλαίσιο της Αυτοδιοίκησης οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν προμηνύουν τη βελτίωσή του και την ανάκτηση της οικονομικής αυτοτέλειας αλλά μάλλον νέα βάρη θα προσθέσουν. Ούτε λόγος φυσικά για τη πολύπαθη διοικητική αυτοτέλεια. Αμήχανη επίσης και η διακήρυξη για τη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας των Δήμων δεδομένου ότι μάλλον αγνοείται η αποκαρδιωτική πραγματικότητα.
Οι θέσεις των άλλων κομμάτων έχουν μικρότερη σημασία στην Ελλάδα της παρακμής και του αδιέξοδου διπολισμού. Έτσι και αλλιώς δεν έχουν την πολιτική βαρύτητα όσο κινούνται στην σκιά του διπολισμού της παρακμής για να επηρεάσουν την θέση της Αυτοδιοίκησης.
Και η Αυτοδιοίκηση τι κάνει;
Τίποτε διαφορετικό από ότι έκανε τα τελευταία χρόνια. Αποδέχεται τη μοίρα της σκιαμαχώντας. Και επειδή αυτό δεν οδηγεί πουθενά αποδέχεται να παίζει το παιχνίδι του παρακμιακού διπολισμού δουλεύοντας για τη μάχη του κεντρικού πολιτικού συστήματος.
Μπορεί να κάνει κάτι διαφορετικό; Ίσως όχι πέρα από την βελτίωση ορισμένων τομέων της δράσης της και από την προώθηση μικρών βημάτων για την ενίσχυση της θέσης της. Γιατί ασφαλώς δεν μπορεί η Αυτοδιοίκηση και οι αιρετοί να αλλάξουν τη χώρα, όταν δεν μπορούν να επηρεάσουν και να αλλάξουν τις επιλογές ούτε των πολιτικών σχηματισμών στους οποίους οι αιρετοί εντάσσονται.
Το πρόβλημα στις σχέσεις κεντρικού και τοπικού πολιτικού συστήματος δεν είναι οι θεσμικές καταστρώσεις, η οικονομική υποταγή και η λειτουργική χειραγώγηση, είναι πρωτίστως η συγκεντρωτική δομή και λειτουργία των πολιτικών κομμάτων, ακόμη και τώρα στα χρόνια της παρακμής, που αναπαράγει την υπεροχή της κεντρικής εξουσίας και χειραγωγεί το τοπικό πολιτικό προσωπικό. Όσο η δημοκρατία και η αποδοχή της αποκεντρωμένης δομής στην κομματική εξουσία είναι καταστάσεις άγνωστες για το κομματικό σύστημα τόσο και οι αιρετοί της τοπικής αυτοδιοίκησης θα εμπεδώνουν, στη λειτουργία και την αντίληψή τους, την χειραγώγηση από τον πολιτικό συγκεντρωτισμό. Γιαυτό εξάλλου πολλοί αντιλαμβάνονται τα όρια της διοικητικής αυτοτέλειας ως αμυντικά όρια ενός δικού τους πεδίου εξουσίας παραχωρημένου και νομιμοποιημένου από το κεντρικό πολιτικό σύστημα.
Τελικά το τι λέγεται σε ένα Συνέδριο δεν έχει μεγάλη σημασία. Ακόμη και η εκπόνηση θέσεων και μελετών θεωρητικού περιεχομένου ή η σύνταξη επιχειρησιακών σχεδίων που μοχλεύουν πόρους στην αγορά της «αυτοδιοικητικής τεχνογνωσίας» μικρή αποδοτικότητα έχει. Όποιος θέλει να αλλάξει τη θέση της Αυτοδιοίκησης στο πολιτικό και διοικητικό σύστημα και από το περιθώριο να την βάλει στο κέντρο έχει μόνο μία επιλογή. Να αλλάξει τους στόχους, την αντίληψη και τελικά το πρόγραμμα του πολιτικού σχηματισμού στον οποίο ο ίδιος εντάσσει τον εαυτό του και από τον οποίο προσδοκά την αποδοχή. Με άλλα λόγια, αντί να συσκοτίζουν  με φλυαρίες και γραφικότητες τύπου «κόμμα της Αυτοδιοίκησης»  να επιχειρήσουν να εμπεδώσουν στα κόμματα την αντίληψη ότι δεν μπορεί να είναι μόνο κόμματα του κεντρικού πολιτικού συστήματος αλλά να μεταβληθούν σε κόμματα της δημοκρατικής πολυεπίπεδης διακυβέρνησης.
Αλλά για ποια κόμματα μιλάμε τώρα; Για εκείνα προφανώς που είτε με την μία είτε με την άλλη μορφή μπορούν να καταστούν υποκείμενα Αλλαγής για μία  νέα Πολυεπίπεδη Δημοκρατική Πολιτεία, αυτή που είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη για να αναγεννηθεί η Ελλάδα και να διαδραματίσει και αυτή ισότιμο ρόλο σε μία νέα Δημοκρατική Ευρώπη.
Με άλλα λόγια, όσο δεν υπάρχουν τα Υποκείμενα της Αλλαγής η πραγματική Αλλαγή που έχει ανάγκη ο τόπος και η προσδοκία μίας άλλης ισχυρής πολυεπίπεδης διακυβέρνησης δεν θα επέλθει και όλα όσα λέγονται για Μεταρρυθμίσεις και Νέους Καλλικράτηδες είναι «όνειρα θερινής νυκτός» για κάποιους και για άλλους νέες ασκήσεις και εφαρμογές  χειραγώγησης και περιθωριοποίησης.
Εν κατακλείδι, η πρόταξη της Μητέρας των Μεταρρυθμίσεων, δηλαδή της ανακατανομής εξουσίας- πόρων και προσωπικού μεταξύ επιτελικού κεντρικού κράτους, Περιφερειών και Δήμων είναι ορθή επιλογή και αποτελεί την κρίσιμη, ικανή και αναγκαία προϋπόθεση για να δομηθεί η πολυεπίπεδη δημοκρατική Πολιτεία. Όλες οι άλλες Μεταρρυθμίσεις γεννώνται από την Μεταρρύθμιση Μητέρα, και το σύστημα διακυβέρνησης και η οικονομική αυτοδυναμία και η λειτουργική αυτάρκεια.
Η απέχθεια του κεντρικού πολιτικού συστήματος σε αυτή την Μητέρα των Μεταρρυθμίσεων είναι εξάλλου και η βασική αιτία της αφυδάτωσης των μεγάλων όντως μεταρρυθμίσεων που προηγήθηκαν στην ελληνική Αυτοδιοίκηση. Χωρίς αυτήν όμως η Ελλάδα θα συνεχίσει να είναι το πιο συγκεντρωτικό και καχεκτικό κράτος της Ευρώπης.
Η Κυβέρνηση δεν μπορεί να επιδιώκει την περισσότερη δημοκρατία χωρίς να προτάσσει την ανακατανομή εξουσίας. Η τοπική δημοκρατία δεν καταξιώνεται από τις ατέρμονες δημοκρατικές διαδικασίες ανίσχυρων και χωρίς εξουσία Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η τοπική δημοκρατία καταξιώνεται όταν τα υποκείμενά της πολιτικής εντολής έχουν μεγάλο μερίδιο εξουσίας γιατί τότε μόνο αποκτά περιεχόμενο και η εγγύτητα και η άμεση συμμετοχή των πολιτών στη λειτουργία των θεσμών.
Από την άλλη πλευρά, το σύστημα διακυβέρνησης είναι πάντα ο μοχλός άσκησης της πολιτικής εντολής η οποία αποκτά δυναμική όταν αναφέρεται σε ισχυρό μερίδιο εξουσίας. Το εκλογικό σύστημα είναι η διαδικασία ανάθεσης της πολιτικής εντολής και γιαυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το σύστημα διακυβέρνησης. Η δημοκρατία και η αποτελεσματικότητα είναι οι δύο εκφάνσεις του ίδιου νομίσματος. Συνεπώς η απομόνωση του εκλογικού συστήματος από το σύστημα διακυβέρνησης ή η προτεραιότητα του εκλογικού συστήματος ως προς το σύστημα διακυβέρνησης δεν δικαιολογείται παρά μόνο από μία διαφορετική ανάγνωση της αγωνίας του Κεντρικού Κράτους να κρατήσει στο περιθώριο την Αυτοδιοίκηση υποβαθμίζοντας την αποτελεσματικότητά της διαμέσου της αποδυνάμωσης του συστήματος λήψης των αποφάσεων, δηλαδή του συστήματος διακυβέρνησης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Μητέρα των Μεταρρυθμίσεων, η ανακατανομή της εξουσίας μεταξύ επιτελικού κράτους, Περιφερειών και Αυτοδιοίκησης είναι η μεγάλη Αλλαγή. Το σύστημα διακυβέρνησης και το εκλογικό σύστημα μικρή έχουν σημασία όταν η ανακατανομή της εξουσίας δεν συντελείται. 

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

ΑΠΟΦΑΣΗ Ετήσιου Τακτικού Συνεδρίου Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας


Θεσσαλονίκη, 1–3 Δεκεμβρίου 2016

Ο Ι  Τ Ε Σ Σ Ε Ρ Ε Ι Σ  Α Δ Ι Α Π Ρ Α Μ Α Τ Ε Υ Τ Ε Σ              Θ Ε Σ Ε Ι Σ
Ο Ι Κ Ο Ν Ο Μ Ι Κ Α  /  Π Ρ Ο Ϋ Π Ο Λ Ο Γ Ι Σ Μ Ο Σ  2 0 1 7
Η  Α Ν Α Θ Ε Ω Ρ Η Σ Η  ΤΟΥ  «Κ Α Λ Λ Ι Κ Ρ Α Τ Η»
Ο Ι  1 2   Μ Ε Τ Α Ρ Ρ Υ Θ Μ Ι Σ Ε Ι Σ – Τ Ο Μ Ε Σ
Δ Ρ Α Σ Ε Ι Σ  ΚΑΙ Π Ρ Ω Τ Ο Β Ο Υ Λ Ι Ε Σ  ΤΗΣ  Κ Ε Δ Ε
Συνταγματική Αναθεώρηση
Αντιμετώπιση του προσφυγικού – μεταναστευτικού
Ενημέρωση και Διεκδίκηση εφαρμογής των 12 Μεταρρυθμίσεων – Τομών
Επιτροπή «Καλλικράτη» ΥΠ.ΕΣ.
Συνεργασία ΚΕΔΕ – ΕΝΠΕ

Ο Ι  Τ Ε Σ Σ Ε Ρ Ε Ι Σ  Α Δ Ι Α Π Ρ Α Γ Μ Α Τ Ε Υ Τ Ε Σ   Θ Ε Σ Ε Ι Σ  Π Ο Υ  Ο Δ Η Γ Ο Υ Ν  Σ Ε  Ρ Η Ξ Η

1.  Καμία περαιτέρω περικοπή πόρων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης α΄ βαθμού στον Προϋπολογισμό του 2017 και άμεση συζήτηση με την Κυβέρνηση για την απόδοση της νέας γενιάς παρακρατηθέντων της περιόδου 2010 – 2016, με πρώτο βήμα την απόδοση 215 εκ. ευρώ το 2017.
2.  Επαναφορά της ειδικής δωσιδικίας των δημάρχων, έτσι ώστε να δικάζονται σε πρώτο βαθμό από το Εφετείο. Επίσης,  να τίθενται σε αργία οι αιρετοί της τοπικής αυτοδιοίκησης που παραπέμπονται  αμετακλήτως για κακούργημα, μόνο στην περίπτωση που τους έχει επιβληθεί ο περιοριστικός όρος της προσωρινής κράτησης με το παραπεμπτικό βούλευμα (τροποποίηση εδάφ. Β, παρ. 2, άρθρο 236, Ν. 3852/2010).
3. Η ΚΕΔΕ δεν συζητά την αλλαγή του εκλογικού συστήματος ανάδειξης των δημοτικών αρχών, πριν ολοκληρωθεί προηγουμένως ο διάλογος για τη μεταρρύθμιση του Κράτους. Η ΚΕΔΕ διαφωνεί με την προτεινόμενη από την Κυβέρνηση αλλαγή του εκλογικού συστήματος (απλή αναλογική), διότι αυτή οδηγεί, στην πράξη, σε ακυβερνησία και διάλυση των δήμων.
4. Εκπόνηση ολοκληρωμένου Εθνικού Επιχειρησιακού Σχεδίου για τη διαχείριση του προσφυγικού και του μεταναστευτικού, με την ισότιμη συμμετοχή της ΚΕΔΕ.

Σωκράτης Φάμελλος: Να αποκτήσουμε την πολιτική ευθύνη και την πολιτική τόλμη, σε μια συμμαχία υπευθυνότητας,


ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΚΕΔΕ
Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Δήμαρχοι, κυρίες και κύριοι εκπρόσωποι των φορέων της Αυτοδιοίκησης, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, προφανώς για εμένα είναι πάρα πολύ οικείο το να μιλάω στο χώρο της Αυτοδιοίκησης μετά από τόσα χρόνια στην Αυτοδιοίκηση. Βέβαια από ότι είπε ο Πρόεδρος της Επιτροπής Περιβάλλοντος, με διέγραψαν από την Επιτροπή. Δεν ξέρω…
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: (εκτός μικροφώνου)
ΦΑΜΕΛΛΟΣ: Είμαι σε αναστολή, ωραία. Είμαι σε αργία, όπως και τα επαγγελματικά. Ωραία. Είναι ασυμβίβαστο. Και έχει δίκιο ο Πρόεδρος. Το είπα για να ξεκινήσουμε τη διαδικασία.
Είναι πάρα πολύ σημαντική η στιγμή αυτή και η συνεδρίαση αυτή. Πάντα στα Συνέδρια της ΚΕΔΕ τα θέματα του περιβάλλοντος είχαν κεντρικό ρόλο και νομίζω ότι μετά το Συνέδριο της Αλεξανδρούπολης πράγματι πολλά πράγματα έχουν ειπωθεί και έχουν καταγραφεί. Είχα την τιμή να είμαι καλεσμένος και να συμμετέχω στα τραπέζια των συζητήσεων και στις επεξεργασίες και στις προτάσεις. Νομίζω ότι έχουμε μια κοινή  βάση από την οποία μπορούμε να ξεκινήσουμε.
Αλλά για να μπω λιγάκι, γιατί το πρώτο λεπτό το έφαγα, στη συζήτηση την οποία οφείλουμε να κάνουμε.
Νομίζω ότι έχει γίνει σε όλους αποδεκτό και η Αυτοδιοίκηση το ξέρει πολύ καλύτερα από όλους, ότι το περιβάλλον, όπως και η ενέργεια, είναι ένας από τους βασικούς μοχλούς ανάπτυξης της χώρας.
Η μονοσήμαντη ανάγνωση της προστασίας του περιβάλλοντος και της οικολογικής διαχείρισης, δεν προσφέρει στον τόπο αν  δεν συνδυάζεται με την ταυτόχρονη αξιοποίηση του περιβάλλοντος ως παραγωγικό μηχανισμό, ως πηγή ανάπτυξης, ως πηγή εργασίας, αλλά και ως πηγή προόδου, ως επιλογή προόδου για τη χώρα.  Και αυτό υπάρχουν πάρα πολλές δράσεις της Αυτοδιοίκησης, των αναπτυξιακών εταιρειών, των φορέων προστασίας περιβάλλοντος, που έχουν αποδείξει ότι το περιβάλλον είναι χώρος εργασίας, χώρος ανάπτυξης, χώρος προκοπής, χώρος προόδου για τη χώρα μας.
Όμως υπάρχει μια μεγάλη δεισιδαιμονία. Ότι όλοι στην Ελλάδα λένε ότι τα πράγματα δεν είναι ξεκαθαρισμένα, δεν υπάρχουν ξεκάθαροι κανόνες, υπάρχει ασάφεια, και πολλές φορές διαβάζουμε όλοι για μια μη υπαρκτή αντίθεση μεταξύ επιχειρηματικότητας και περιβάλλοντος, Αυτοδιοίκησης και περιβάλλοντος, ανάπτυξης και περιβάλλοντος.
  Επειδή όλα αυτά τα θέματα νομίζω ότι φτάσαμε στο 2016 και αξίζει να λυθούν, νομίζω ότι αξίζει να ξεκινήσουμε από το ότι χρειάζεται και ξεκινά στη χώρα μας η κωδικοποίηση της νομοθεσίας περιβάλλοντος και η απεικόνιση όλων των ρυθμίσεων, χωρικών και περιβαλλοντικών, σε έναν ενιαίο ψηφιακό χάρτη για όλη την Ελλάδα, με τις τοπικές αλλά και τις εθνικές ρυθμίσεις, ώστε να είναι ξεκάθαρο ότι έχουμε ένα οικολογικό και αναπτυξιακό εργαλείο, έχουμε ένα κοινό τόπο στον οποίον βρίσκονται οι χώροι και της αγοράς και της κοινωνίας και της Αυτοδιοίκησης και της διοίκησης, και η Αυτοδιοίκηση είναι ο χώρος ο οποίος μπορεί να διαχειριστεί αυτό το εργαλείο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και να το τροφοδοτήσει.
Νομίζω ότι ξεκινώντας με μια τέτοια συμφωνία, ότι θα έχουμε έναν κανόνα και ότι η εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περιβάλλοντος αποτελεί για τη χώρα μας την ευκαιρία αποκατάστασης της ισονομίας και του κράτους δικαίου και στο περιβάλλον, θα πρέπει να δούμε τι εργαλεία σχεδιασμού έχουμε και νομίζω ότι το πρώτο θέμα για το οποίο με καλέσατε ήταν τα θέματα του χωρικού σχεδιασμού.
Στο ζήτημα αυτό λοιπόν, πρέπει να πούμε, παρότι δεν έχω την τυπική αρμοδιότητα, αλλά είμαι στο Υπουργείο που έχει την αρμοδιότητα, ότι πρέπει να κάνουμε μια σαφή διάκριση μεταξύ εθνικού και στρατηγικού σχεδίου και μεταξύ περιφερειακού σχεδίου και τοπικού, που έχει τη ρυθμιστική ιδιότητα. Διότι τα είχαμε μπλέξει λίγο στο παρελθόν και ο 4269 μας δημιούργησε προβλήματα σε αυτή την ανάγνωση.

Γιώργος Ιωακειμίδης: Χειρότερη κυβέρνηση από του Σαμαρά – Βενιζέλου, για την Αυτοδιοίκηση, δεν υπήρξε

ΟΜΙΛΙΕΣ ΠΑΡΑΤΑΞΕΩΝ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΚΕΔΕ

Από προχθές που ήρθα στο συνέδριο, καρφί στο μάτι μου είναι το σύνθημα του συνεδρίου: Αναλαμβάνουμε την ευθύνη, χτίζουμε την Ελλάδα από την αρχή.
Εγώ καμία ευθύνη για τη χώρα δεν θέλω να αναλάβω. Αν καταφέρω να χτίσω το Δήμο μου, να κρατήσω τον Δήμο μου όρθιο, θα είμαι πάρα πολύ ευτυχής. Και φαντάζομαι το ίδιο και η κυρία Τσανάκη, το ίδιο και ο κύριος Μώραλης, το ίδιο και ο κύριος Χατζηδάκης…
Και σε όλη τη χθεσινή εισήγηση ακούω προτάσεις όπως: «Ήρθε η ώρα της ανατροπής». «Πρέπει να κάνουμε ένα εθνικό σχέδιο αναγέννησης της χώρας». Εμείς. Δεν μπορούμε να λύσουμε τα προβλήματα τα καθημερινά του Δήμου μας, θα κάνουμε όλα αυτά. «Με αφετηρία το συνέδριο αυτό, να γίνει η επανεκκίνηση της χώρας». «Στόχος μας ένα ισχυρό επιτελικό κράτος». «Να χτίσουμε την Ελλάδα από την αρχή, να αναγεννήσουμε την πατρίδα μας…» και άλλα πολλά τέτοια.
Είναι πάρα πολύ ωραία αυτά, αλλά τουλάχιστον αυτή τη στιγμή δεν νομίζω ότι εκφράζουν το Σώμα και τη διάθεση του Συνεδρίου. Και δεν καταλαβαίνω γιατί προσπαθούμε να κάνουμε μία στόχευση με κέντρο τη χώρα… Προφανώς όλοι αν στήσουμε τον Δήμο μας καλά, θα ωφεληθεί η χώρα. Αυτό είναι το καθήκον μας. Αλλά αυτό που εμείς επιλέξαμε να κάνουμε, είναι να δουλέψουμε στους Δήμους μας. Αν τα καταφέρουμε εκεί, πραγματικά θα έχουμε συνεισφέρει στη χώρα. Δεν είναι όμως το ζητούμενο αυτό.
Και εγώ λέω ότι όσο ο οικονομικός κατήφορος της Αυτοδιοίκησης συνεχίζεται, τόσο λιγότερο αποτελεσματικά θα είναι τα συνέδριά μας. Δείτε πόσο εκφυλίζονται τα συνέδριά μας, παρά την διαφορετική εικόνα που προσπαθεί να δώσει η πλειοψηφία, φορά τη φορά. Χθες 2 ώρες μετά την έναρξη της συνεδρίασης, δεν είχαμε απαρτία. Δεν είχαμε τους 250. Σήμερα πιάσαμε τους 330. Σε ένα συνέδριο στη Θεσσαλονίκη, σε μια καταπληκτική πόλη, που υπάρχει εύκολη πρόσβαση, που είναι πληρωμένα τα έξοδα και λοιπά. Και παρ’ όλα αυτά υπάρχει ένα μεγάλο μέρος των αιρετών, που δεν έρχεται. Που είναι πάρα πολύ κουρασμένο και απογοητευμένο.
Η ανάγκη του καθενός μας να μοιραστεί τον πόνο του με τους υπόλοιπους από εμάς, χωρίς πια να πιστεύει ακόμα ότι στο βάθος υπάρχει φως και ζώντας μια ταλαίπωρη ζωή, γιατί αυτό ζούμε, στην προσπάθειά μας να κρατήσουμε όρθιους τους Δήμους μας, υποφέρουμε καθημερινά προσπαθώντας να απαντήσουμε στα πιεστικά προβλήματα. Αυτή είναι η καθημερινότητά μας.
Σε μια κοινωνία που είναι παθητικός αποδέκτης όλων όσων συμβαίνουν αυτά τα 7 χρόνια, άλλο τραγικό αυτό, δεν έχουμε συμπαραστάτες και δεν φαίνεται να αντιδρά σε τίποτα, από όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και δεν φαίνεται να έχει καμιά διάθεση να αγωνιστεί για κάτι διαφορετικό.
Διαδοχικές κυβερνητικές αλλαγές, που καμιά δεν κατανόησε τον δικό μας αγώνα, που καμιά δεν κατάλαβε τη δική μας αγωνία – και το λέω με πόνο ψυχής και για αυτή την κυβέρνηση, που θα ήθελα διαφορετικά να έχει λειτουργήσει – γιατί κανείς δεν καταλαβαίνει, από αυτούς που έχουν κυβερνήσει, ότι οι Δήμαρχοι και γενικώς οι αυτοδιοικητικοί, είναι ένα διαφορετικό είδος. Είμαστε ένα διαφορετικό είδος. Αν δεν έχεις κάνει αυτοδιοικητικός, δεν καταλαβαίνεις τι θα πει Δήμαρχος. Κάθεσαι στο Υπουργείο και γνωμοδοτείς. Και παίρνεις αποφάσεις. Αυτό που εμείς ξέρουμε, δεν το ξέρει κανένας.
Και εγώ δεν λέω να το ξέρει η Κεντρική Διοίκηση, ούτε θα έπρεπε η Κεντρική Διοίκηση να έχει περάσει από τα έδρανα του Δημάρχου για να μπορέσει να κάνει αυτά που θέλουμε. Έπρεπε όμως να σκύψει το αυτί της στην καθημερινότητά μας, να καταλάβει τι έχουμε να αντιμετωπίσουμε, να μη βιάζεται να παίρνει θέσεις και εν πάση περιπτώσει αν δεν τα ξέρει όλα αυτά, ας ρωτάει τους Δημάρχους τους φίλους της, για να αντιλαμβάνεται τι πρέπει να γίνει. Για να μην έρχεται σε ρήξη και κόντρα καθημερινή με πράγματα που εύκολα θα μπορούσαν να έχουν επιλυθεί.