Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

3 + 1 προτάσεις για τους ΟΤΑ



Της Ρένας Δούρου 
Περιφερειάρχη Αττικής

 Αναδημοσίευση από "ΑΥΓΗ"

Απαιτείται λοιπόν ο άμεσος επανασχεδιασμός των αρμοδιοτήτων και της λειτουργίας περιφερειών με τα πληθυσμιακά, οικονομικά, κοινωνικά χαρακτηριστικά της Αττικής στην κατεύθυνση της ανάδειξης του μητροπολιτικού της χαρακτήρα στο πλαίσιο μιας σύγχρονης πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, με βάση την αρχή της επικουρικότητας.
Σήμερα, ο ανασχεδιασμός και η «επαναθεσμοθέτηση» των λειτουργιών και των αρμοδιοτήτων των δύο βαθμών της χώρας αποτελούν όχι κάποιου είδους τεχνοκρατικό ζήτημα, αλλά κρίσιμο στοίχημα Δημοκρατίας. Σε αυτή τη συγκυρία η Αυτοδιοίκηση, δήμοι και περιφέρειες, έχει και λόγο και ρόλο, για την εμβάθυνση της Δημοκρατίας και την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της πολιτικής. Η τοπική δημοκρατία, με άλλα λόγια, μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης και μέσο αντιμετώπισης των φαινομένων κοινωνικού αποκλεισμού, αύξησης των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, ρατσισμού, ξενοφοβίας. Για να επιτελέσει όμως αυτή την αποστολή, στη χώρα μας, πρέπει άμεσα να προχωρήσει η ανασυγκρότησή της. Άλλωστε αυτή η απαραίτητη μεταρρύθμιση δεν έχει δημοσιονομικό κόστος - το αντίθετο μάλιστα: «οπλίζει» την κυβέρνηση στην διαπραγμάτευση με τους δανειστές καθιστώντας παράλληλα την Αυτοδιοίκηση πραγματική Αυτοδιοίκηση και όχι ετεροδιοίκηση, όπως είναι σήμερα.
Έτσι, οι περιφέρειες πρέπει να απαλλαγούν από θεσμικά «βαρίδια» και ελλείμματα και να λειτουργήσουν σε ένα σαφές κανονιστικό πλαίσιο που τους επιτρέπει να επεμβαίνουν αποτελεσματικά σε ζητήματα, όπως, π.χ., το μεταναστευτικό / προσφυγικό φαινόμενο, όπου η Αυτοδιοίκηση έχει μόνο στήριγμα την αλληλεγγύη των πολιτών, καθώς ο Νόμος 4375/2016 εκχωρεί μεν αρμοδιότητες, αλλά είναι προσωρινός.
Απαιτείται λοιπόν ο άμεσος επανασχεδιασμός των αρμοδιοτήτων και της λειτουργίας περιφερειών με τα πληθυσμιακά, οικονομικά, κοινωνικά χαρακτηριστικά της Αττικής στην κατεύθυνση της ανάδειξης του μητροπολιτικού της χαρακτήρα στο πλαίσιο μιας σύγχρονης πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, με βάση την αρχή της επικουρικότητας. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι θεσμοί, όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης υπογραμμίζουν τη σημασία της «περιφερειοποίησης» (π.χ. η ειδική έκθεση του Κογκρέσου των τοπικών και περιφερειακών αρχών, όπου τονίζονται τα οφέλη της «περιφερειοποίησης» με όρους δημόσιων υπηρεσιών και ανάπτυξης).
Σε αυτό το πλαίσιο, η Περιφέρεια Αττικής ολοκλήρωσε σχετική επεξεργασία, με στόχο την αποτελεσματική (χωρίς γραφειοκρατία, διαφθορά) λειτουργία για την εκπλήρωση του αναπτυξιακού και κοινωνικού ρόλου της Αυτοδιοίκησης.
Συγκεκριμένα οι προτάσεις της εστιάζονται σε τέσσερα σημεία:
Πρώτον: Στη ρητή συνταγματική κατοχύρωση της έννοιας της μητροπολιτικότητας στο άρθρο 102 του Συντάγματος. Ανεξάρτητα ή πέρα από την κατοχύρωση αυτή, επιβάλλεται η συνεκτική οριοθέτηση της μητροπολιτικότητας τόσο λειτουργικά όσο και γεωγραφικά, με κατάλληλη προσαρμογή και εξάλειψη των αντιφάσεων του Καλλικράτη (που προβλέπει μεν στο άρθρο 210 μητροπολιτικό χαρακτήρα, αλλά με ατελή τρόπο), προκειμένου οι περιφέρειες να καταστούν παράγοντες αυτοτελούς σχεδιασμού παρεμβάσεων και φορείς συντονισμού τους μέσα από συνέργειες με τους υπόλοιπους ΟΤΑ, στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης άσκησης - όχι μόνο με ατομικές πράξεις και συμβάσεις, αλλά και με κανονιστικές ρυθμίσεις - των μητροπολιτικών αρμοδιοτήτων. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του πρώην ΟΡΣΑ, του οποίου οι αρμοδιότητες μεταφέρθηκαν στην κεντρική διοίκηση, με αποτέλεσμα οι φορείς των ΟΤΑ, με κύρια την Περιφέρεια Αττικής, να αποξενωθούν από τη δυνατότητα παρέμβασης σε ζητήματα χωροθέτησης μεγάλων εκτάσεων διαδημοτικού χαρακτήρα, π.χ., παραλιακό μέτωπο.
Δεύτερον: Στην ανάδειξη της ενότητας και της συνέχειας της κρατικής πολιτικής. Έτσι, αποφεύγεται η αλληλοεπικάλυψη των εμπλεκόμενων φορέων και παύουν τραγελαφικές καταστάσεις ως προς το ποιος είναι αρμόδιος, ο δήμος ή η περιφέρεια, για τη συντήρηση, π.χ., μιας πεζογέφυρας που τα θεμέλιά της πατούν άλλοτε σε πεζοδρόμια και άλλοτε σε δρόμους! Τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν πολλές, συνεπάγονται απίστευτη κατασπατάληση πόρων και ανθρώπινου δυναμικού και στερούν την αναμενόμενη από τους πολίτες αποτελεσματικότητα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Τρίτον: Στη συνταγματική κατοχύρωση των αρμοδιοτήτων των ΟΤΑ, και ειδικότερα των περιφερειών, στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, είτε ευθέως εκ του Συντάγματος (με τροποποίηση τουλάχιστον του άρθρου 102 με την προσθήκη ειδικής πρόβλεψης για την άσκηση ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων από τους ΟΤΑ) είτε με την πρόβλεψη δυνατότητας για γενική ή συγκεκριμένη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από τον νομοθέτη ή / και την κεντρική διοίκηση. Έτσι, αν την αρμοδιότητα για τα προβλήματα που προκύπτουν από επικαλύψεις και συγκρούσεις χρήσεων γης, την αναλάβουν οι περιφέρειες, θα επιλυθούν χρόνια προβλήματα των τοπικών κοινωνιών, με αποτέλεσμα οι πολίτες να μπορούν να αξιοποιήσουν τις περιουσίες τους. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα επιχειρήσεων που ενώ έχουν αδειοδοτηθεί στο παρελθόν ως προς τη συγκεκριμένη δραστηριότητά τους, μια αλλαγή χρήσεων γης που δεν προέβλεψε, από απλή παράλειψη, τη συγκεκριμένη χρήση, δεν επιτρέπει την εκ νέου αδειοδότηση της επιχείρησης λόγω ανανέωσης ή μεταβίβασής της.
Τέταρτον: Στη συνταγματική κατοχύρωση της φορολογικής αποκέντρωσης με νέα ρύθμιση, με την οποία θα διασφαλίζεται η είσπραξη και η απόδοση δημόσιων πόρων από φόρους ή τέλη για την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Και παράλληλα με τη θεσμοποίηση της δυνατότητας των ΟΤΑ, στο πλαίσιο της γενικής πολιτικής της κυβέρνησης, να καθορίζουν και να εισπράττουν με δικούς τους μηχανισμούς πόρους (από τέλη αλλά και από φόρους), το περιεχόμενο των οποίων θα καθορίζεται καταρχήν από τον νομοθέτη, αλλά θα εξειδικεύεται από τους ίδιους τους ΟΤΑ.

Οι σχετικές προτάσεις μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία δημόσιου διαλόγου που θα έπρεπε να είχε ξεκινήσει από... χθες.

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Ο Ελεγκτής Νομιμότητας και η Αυτοτελής Υπηρεσία Εποπτείας ΟΤΑ. Θεσμοθετείται αλλά δεν εφαρμόζεται!!!

 Του Δημήτρη Κατσούλη
Σχόλιο με αφορμή το υπό διαβούλευση
Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών 

Μία από τις, δειλές έστω, καινοτομίες του νομοθέτη του ν. 3852/2010  (Πρόγραμμα Καλλικράτης) είναι η θεσμοθέτηση του Ελεγκτή Νομιμότητας και της Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας Ο.Τ.Α. Μέχρι τότε την εποπτεία ασκούσε ο Γενικός Γραμματέας της κρατικής Περιφέρειας δια της ανά νομό  αρμόδιας Διεύθυνσης Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Τον Γενικό Γραμματέα της κρατικής Περιφέρειας διαδέχθηκε ο Γενικός Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης από το 2011 και μετά, εντούτοις η Αυτοτελής Υπηρεσία Εποπτείας ΟΤΑ  παραμένει στα “χαρτιά”, ο Ελεγκτής Νομιμότητας επίσης ανεφάρμοστος και η Εποπτεία ασκείται με τους όρους, τις διαδικασίες και τα όργανα της “προ- καλλικρατικής εποχής”.
Στην φιλολογία του συρμού περί κατάργησης του Καλλικράτη που αναπτύσσεται και στα υψηλά “κλιμάκια” της  πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης, έρχεται να απαντήσει με το υπό διαβούλευση Σχέδιο Νόμου "Αυτοτελής Υπηρεσία Εποπτείας Ο.Τ.Α., Ρύθμιση θεμάτων Ο.Τ.Α. και άλλες διατάξεις" το Υπουργείο Εσωτερικών το οποίο επαναφέρει τις επιλογές του ν. 3852/2010 (Πρόγραμμα Καλλικράτης) για την Αυτοτελή Υπηρεσία Εποπτείας και τον Ελεγκτή Νομιμότητας που είχε τροποποιήσει ο ν.4257/2014.
Αναλυτικότερα:
Η Αυτοτελής Υπηρεσία Ελέγχου αποτελείται από τον επικεφαλή της, τον Ελεγκτή Νομιμότητας και την υπηρεσιακή δομή η οποία συγκροτείται σε επίπεδο Διεύθυνσης και διαρθρώνεται σε τρία τμήματα, το τμήμα Γενικών Υποθέσεων, το τμήμα Οικονομικών και το τμήμα Τεχνικών Υποθέσεων. Η δομή αυτή καταστρώθηκε με το άρθρο 218 του ν.3852/2010, τροποποιήθηκε με το άρθρο 20, παρ.5 του ν.4257/2014 για να επανέλθει όπως όρισε ο «Καλλικράτης» με το υπό διαβούλευση Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών. Κάθε τμήμα διερευνά την νομιμότητα των αντίστοιχων αποφάσεων των ΟΤΑ και στελεχώνεται από κατάλληλο επιστημονικό προσωπικό. Τη διαπίστωση της νομιμότητας και ιδίως την ακυρότητα των αποφάσεων των ΟΤΑ υπογράφει ο Ελεγκτής Νομιμότητας ο οποίος είναι ανώτατος δημόσιος λειτουργός, επιλεγμένος για θητεία πέντε ετών με αξιολογικά επιστημονικά κριτήρια όπως ορίζει ο νόμος. Η υπαγωγή του Ελεγκτή Νομιμότητας στον Υπουργό Εσωτερικών και ιδίως η ευχέρεια που πρόκειται να θεσπίσει ο νομοθέτης με το υπό συζήτηση Σχέδιο Νόμου για επιλογή του Ελεγκτή από τον Υπουργό μεταξύ των τριών καταλληλότερων αφήνει πάντως περιθώρια εφαρμογής μη αξιολογικών κριτηρίων ακυρώνοντας στην πράξη την αξιολόγηση του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου και προκρίνοντας υποκειμενικά, πολιτικά ή ακόμη και κομματικά κριτήρια.

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Βαθιές τομές για την αναγέννηση της τοπικής δημοκρατίας (1)


Μέρος Πρώτο
Ένα νέο σύστημα διακυβέρνησης στους Δήμους

Του Δημήτρη Κατσούλη

Το πλήρες, αναλυτικό κείμενο ΕΔΩ

Με ιδιαίτερη προσοχή διαβάσαμε τις προτάσεις του κυβερνώντος κόμματος για τις αλλαγές στην τοπική αυτοδιοίκηση. Αρκετές από αυτές, ίσως οι περισσότερες, είναι εύστοχες στο μέτρο που η ευλόγως γενικόλογη διατύπωση αντικατοπτρίζει ολοκληρωμένες και κυρίως αποτελεσματικές θεσμικές καταστρώσεις. Υπάρχουν και άλλες που ίσως παραπέμπουν σε ατελείς επιλογές ή ακόμη και σε ιδεοληπτικές εμμονές. Και αυτές αξίζει να συζητηθούν και ίσως στην πορεία καταλήξουν σε εύστοχες θεσμικές αλλαγές.
Μεταξύ αυτών λέγεται ότι είναι και η αποδόμηση του λεγόμενου δημαρχοκεντρικού συστήματος διακυβέρνησης με την απόλυτη διάλυση κάθε μορφής μονοπρόσωπου ή ακόμη και μονοπαραταξικού εκτελεστικού οργάνου και στη θέση του να οργανωθεί ένα σύστημα συλλογικής διοίκησης χωρίς τη διάκριση σε πλειοψηφία και μειοψηφία, πράγμα εκτός των άλλων και αντίθετο προς τη δημοκρατική αρχή η οποία πρέπει να διέπει την οργάνωση του συστήματος διακυβέρνησης των ΟΤΑ. Ακούστηκε μάλιστα ότι υπάρχει η σκέψη να μετέχει, τηρουμένης της διάκρισης σε πλειοψηφία και μειοψηφία, και η μειοψηφία στην εκτελεστική επιτροπή ή ακόμη πιο πέρα να υπάρχει και αντιδήμαρχος από την μειοψηφία!!! Βέβαια το τι ακούγεται δεν σημαίνει ότι κανείς πρέπει να το λαμβάνει και σοβαρά!!! Στις περιπτώσεις αυτές όμως, όπως και σε προηγούμενες μεταρρυθμίσεις συνέβη, εμμονές και ιδεοληψίες να υπονόμευσαν προοδευτικές και λίαν μεγαλεπήβολες επιλογές, όλα λοιπόν είναι πιθανά!!!

Το λεγόμενο δημαρχοκεντρικό σύστημα έχει δύο όψεις ανάλογα με την οπτική γωνία που το προσεγγίζει κανείς. Έχει όμως και μία κοινή συνισταμένη. Στην μία όψη, για τους έξω από την αυτοδιοίκηση ή την άσκηση της δημοτικής εξουσία φαντάζει μονοκρατορικό και αυταρχικό, για τους μέσα φαντάζει μία διαρκής προσπάθεια διαχείρισης συμμαχιών και συμφερόντων που συνυπάρχουν στη δημαρχιακή ex lege, καθορισμένη πλειοψηφία. Αναμφίβολα υπάρχουν στοιχεία που είναι σταθερά και αυθεντικά και άλλα που προσδίδονται από τους εκείνους που ενδύονται τον ρόλο του Δημάρχου. Κοινή συνισταμένη πάντως και των δύο όψεων είναι το γεγονός της άμεσης δημοκρατικής νομιμοποίησης του Δημάρχου σε απόλυτη συνάφεια με τη θέση του ως πολιτικού ηγέτη της ευρύτατης ex lege πλειοψηφίας. Πέραν αυτών ο Δήμαρχος στην ελληνική αυτοδιοίκηση έχει την θεσμική θέση που έχει σε όλα τα ισχύοντα ευρωπαϊκά συστήματα ανεξαρτήτως του τρόπου εκλογής και της σχέσης του με το Δημοτικό Συμβούλιο. Κατά κανόνα δε είναι στην κορυφή της διοικητικής δομής του Δήμου και εκτός από πολιτικός ηγέτης είναι και διοικητικός ηγέτης, ιδιότητα που φέρει είτε με παραδοσιακό πλαίσιο είτε με πιο τεχνοκρατικό και σύγχρονο ως manager.
Ειρήσθω εν παρόδω, ότι η οργανωτική δομή, το σύστημα διακυβέρνησης, το περιεχόμενο των αρμοδιοτήτων συνθέτουν όλα μαζί τη δυναμική της τοπικής αυτοδιοίκησης σε σχέση με το συνολική συγκρότηση της δημοκρατικής Πολιτείας. Συνεπώς η ιδεοληπτική ή μη προσέγγιση των επιμέρους πτυχών αυτής της δυναμικής μπορεί να συμβάλλει αντίστοιχα στην ενδυνάμωσή της ή στην αποδόμησή της.

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Η κοινωνική πολιτική στους Δήμους

Του Λάμπρου Μίχου
Πρ. Βουλευτή, Πρ. Δημάρχου Αγίας Βαρβάρας

"Η πόλη να γίνεται ένα ανοιχτό σπουδαστήριο Δημοκρατίας, δημιουργίας, συνεργασίας και φιλαλληλίας, διαφάνειας και λογοδοσίας"


"Επειδή το θέμα είναι πολύ σοβαρό, θα ήταν υπερφίαλο εκ μέρους μου να θεωρώ ότι μπορεί να καλυφθεί στο πλαίσιο μια σύντομης εισήγησης. Εν τούτοις θα προσπαθήσω να το προσεγγίσω.
Ας δούμε πρώτα πού βρισκόμαστε και ακολούθως τι μπορεί να γίνει αξιοποιώντας εφαρμόσιμες ιδέες από καλές πρακτικές. Ζούμε σε μία άνιση, άδικη και διαιρεμένη κοινωνία και όσο η κρίση θα βαθαίνει το χάσμα και η διαίρεση θα μεγαλώνουν.
Στρατιές κολασμένων, άνεργων, φτωχών, ανασφάλιστων, ανήμπορων ανθρώπων, κατατρεγμένων και απεγνωσμένων συνεχώς καταβυθίζονται στο βάραθρο του κοινωνικού αποκλεισμού.
Οι κρατικοί μανδαρίνοι αναλύουν τις στατιστικές, βλέπουν το ποσοστό των νοικοκυριών που δεν έχουν κανένα εργαζόμενο στους κόλπους τους και πάνε παρακάτω! Τι θα γίνουν όλοι αυτοί, πως θα ζήσουν…είναι μάλλον αδιάφορο.
Πολύ σοβαρό όμως είναι και κάτι άλλο! Ο φτωχός ή ο άνεργος δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος με λιγότερα ή καθόλου λεφτά. Είναι ένας άλλος άνθρωπος, τον οποίο η πατρίδα τον αγνοεί, ο πολιτισμός τον προσπερνά, το κράτος τον συνθλίβει και η οικονομική πρόοδος τον θεωρεί περιττό. Αυτός λοιπόν θεωρεί, ως εκ τούτου, τον εαυτό του δικαιολογημένο και απολύτως νομιμοποιημένο να αμφισβητήσει τις κατεστημένες αξίες και τους κανόνες κοινωνικής συμβίωσης που εκείνος ευλαβικά τηρούσε αλλά αποδείχθηκαν γι΄ αυτόν ελάχιστα ή καθόλου χρήσιμες. Έτσι, φίλες και φίλοι επωάζεται το αυγό του φιδιού. Αυτός είναι ο κίνδυνος για τους θεσμούς και τη δημοκρατία.
Πριν ενσκήψει η παρούσα κρίση πολλοί μιλούσαν διστακτικά για κοινωνικό κράτος. Χωρίς όμως ποτέ μέχρι σήμερα να έχουμε κοινωνικό κράτος. Είχαμε σκόρπιες ασύνδετες και συχνά ατελέσφορες κοινωνικές πολιτικές. Όπως είχε ειπωθεί παλαιότερα είχαμε νησίδες προνομίων σ΄ένα πέλαγος ανεπάρκειας.
Τώρα, αν μιλήσουμε για κοινωνικό κράτος είναι σαν να κυνηγάμε μια νέα μεγάλη χίμαιρα. Από κάπου πρέπει ν΄ αρχίσουμε όμως.

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

ΣτΕ 2790/2014 Χαρακτηρισμός οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών - Αρμοδιότητα πολεοδομικού σχεδιασμού



Από τις ισχύουσες διατάξεις θεσπίζεται ειδική διαδικασία για την ανακήρυξη και τον καθορισμό εθνικών και επαρχιακών οδών, δεν προβλέπεται όμως διαδικασία χαρακτηρισμού οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών. Τυχόν εκδιδομένη από δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο πράξη χαρακτηρισμού δημοτικής ή κοινοτικής οδού δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, αφού δεν έχει καμία νομική συνέπεια, ούτε δεσμεύει τα διοικητικά όργανα, που είναι αρμόδια να εκδώσουν διοικητική πράξη συναρτωμένη με τον χαρακτήρα της οδού ούτε επηρεάζει τα δικαιώματα των ιδιοκτητών των ακινήτων, από τα οποία διέρχεται η οδός, δεδομένου ότι οι ιδιοκτήτες αυτοί μπορούν, προσφεύγοντας στα πολιτικά δικαστήρια, να ζητήσουν την αναγνώριση και προστασία των δικαιωμάτων τους. Η ιδιότητα δηλαδή μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής συνιστά ζήτημα πραγματικό, εφ΄ όσον ο νόμος δεν προβλέπει ειδική διαδικασία, η οποία να προσδίδει στην οδό τον ανωτέρω χαρακτηρισμό. Η προθεσμία προσβολής με αίτηση ακυρώσεως αποφάσεως, με την οποία αναγνωρίζεται δημοτική οδός σε κυριότερη ή μοναδική, δεν κινείται από τη δημοσίευσή στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αλλ΄ από τη γνώση ή τυχόν κοινοποίησή της εν όψει του περιεχομένου της θεσπιζομένης πολεοδομικής ρυθμίσεως, που περιορίζεται στην αναγνώριση συγκριμένης ή συγκεκριμένων οδών, δεδομένου και ότι για την αναγνώριση δεν διασφαλίζεται η δημόσια ή ατομική γνωστοποίηση και πρόσκληση για τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων και την υποβολή ενστάσεων, ώστε διά της σχετικής δημοσιότητας να καθίσταται γνωστή στον ευρύτερο κύκλο των εχόντων έννομο συμφέρον για την προσβολή της. Ένα γήπεδο θεωρείται ότι έχει πρόσωπο, δηλ. κοινό όριο σε οδό, που το καθιστά οικοδομήσιμο, όταν ανεξαρτήτως αν η οδός αυτή είναι εθνική, επαρχιακή, δημοτική ή κοινοτική, υφίσταται νομίμως και είναι ήδη διανοιγμένη εις τρόπον, ώστε να είναι προσπελάσιμη και να παρέχει πράγματι επικοινωνία με το γήπεδο. Η έκδοση διοικητικής πράξεως αναγνώρισης οδού συνιστά άσκηση αρμοδιότητος πολεοδομικού σχεδιασμού, η οποία δεν έχει εντοπισμένο χαρακτήρα, επομένως πρέπει να επιχειρείται με προεδρικό διάταγμα.

Πρόεδρος: Α. Θεοφιλοπούλου, Αντιπρόεδρος ΣτΕ
Εισηγητής: Χ. Λιάκουρας, Πάρεδρος ΣτΕ
Δικηγόροι: Ν. Αγγελής, Π. Δαμουλή

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Οι ΔΕΥΑ σε δυναμικό νέο ξεκίνημα.


Το διακύβευμα της 27ης Γενικής Συνέλευσης της ΕΔΕΥΑ 
(Χαλκίδα, 10 Ιουνίου 2016)

 Του Δημήτρη Κατσούλη

Στην 27η Γενική Συνέλευση της Ένωσης Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΕΔΕΥΑ) η οποία συνήλθε την 10η Ιουνίου στην Χαλκίδα τέθηκαν επί τάπητος κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τις ΔΕΥΑ. Στο επίκεντρο όμως όλων αυτών τέθηκε η ανάγκη όχι απλώς της διασαφήνισης αλλά κυρίως της ανάδειξης με σύγχρονους και δυναμικούς όρους της νομικής φυσιογνωμίας αλλά και της θεσμικής αποστολής των ΔΕΥΑ. Η παρουσία του Υπουργού Εσωτερικών και υψηλόβαθμης συμμετοχής του Ελεγκτικού Συνεδρίου καθώς και η παρουσία των αντίστοιχων  προέδρων των ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ μαρτυρούν την διεύρυνση της εμβέλειας της Ένωσης ΔΕΥΑ και συνεπώς αποτελούν θετική αφετηρία για να αναδειχθεί επιτέλους με σοβαρότητα το διακύβευμα του θεσμού στην σημερινή πολιτική, οικονομική και κοινωνική συγκυρία.
Προέχει πρωτίστως η αναοριοθέτηση του θεσμικού ρόλου των ΔΕΥΑ και η επαναδιατύπωση του νομικού καθεστώτος. Το ισχυρό νομικό υπόβαθρο του ιδρυτικού ν.1069/1980 παρότι αντέχει στον χρόνο χρειάζεται επιβεβαίωση αλλά και εκσυγχρονισμό. Το ειδικό καθεστώς των Δημοτικών Επιχειρήσεων μετά από νομοθετικές επιλογές χειραγώγησης, αποψίλωσης και ισοπέδωσης έχει αλλοιωθεί. Παρότι η αφετηρία του 1980 ήταν δυναμική, σήμερα δεν αρκεί κανείς να κοιτάξει πίσω. Δεν αρκεί να ξαναποκτήσει όσα απώλεσε. Χρειάζεται πρωτίστως να ξανασχεδιάσει κρατώντας ότι θετικό κατακτήθηκε στα 35 χρόνια ύπαρξης του θεσμού.
Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε αμφισβητείται η ουσία της αποστολής των ΔΕΥΑ. Η αρμοδιότητα των Δήμων να διαχειρίζονται την ύδρευση και την αποχέτευση. Η αμφισβήτηση έρχεται από τις σειρήνες της ιδιωτικοποίησης στην εκμετάλλευση του κοινωνικού αγαθού του νερού αλλά και από αντιλήψεις ακραίου και άκριτου κρατισμού που δεν μπορούν να διακρίνουν τον δημόσιο χαρακτήρα, την δημοτική διαχείριση και τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια λειτουργίας έτσι ώστε να κτίζεται ο ανταποδοτικός χαρακτήρας της υπηρεσίας.
Στην αμφισβήτηση της αποστολής των ΔΕΥΑ συμβάλλει και η εσκεμμένη ή λόγω ασαφούς γνώσης  νομοθετική ισοπέδωση ή μη επαρκής εξειδίκευση της νομικής και διαχειριστικής θέσης των ΔΕΥΑ στο νέο θεσμικό γίγνεσθαι της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης. Ο ν. 3852/2010 με μηχανιστικές ισοπεδωτικές επιλογές συσκότισε την ιδιαιτερότητα των ΔΕΥΑ υπάγοντάς τες και αυτές στο μοντέλο εποπτείας που κατέστρωσε για τους Δήμους και τα Δημοτικά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Ακολούθησαν οι άλλοι μνημονιακοί νόμοι συμπεριλαμβανομένου του νέου Ενιαίου Μισθολογίου όπου επίσης δεν αναγνώρισαν το ειδικό καθεστώς. Η εφαρμογή τους συσσώρευσε προβλήματα και δεν διευκόλυνε την ανταπόκριση των ΔΕΥΑ στις ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες της κρίσης. Εάν σε αυτά προστεθεί και η εσφαλμένη πρακτική πολλών διοικήσεων που δεν κατανόησαν την ανάγκη προστασίας του θεσμού καθώς και οι συντεχνιακές αγκυλώσεις διαμορφώθηκε τελικά ένα τοπίο που βαρύνει την προοπτική του θεσμού.

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

Διοίκηση και Πολιτική στους Δήμους

Αποστολή και καθήκον της δημοτικής υπαλληλίας

Άρθρο του Δημήτρη Κατσούλη


Συχνά, μετά από τόσο χρόνια στην Αυτοδιοίκηση, ακούω την αγωνία πολλών αιρετών για την μη ανταπόκριση της δημοτικής υπαλληλίας στις απαιτήσεις τους για την επιτυχία του έργου, έτσι όπως ο καθένας το έχει πλάσει στην φαντασία του ή το έχει σχεδιάσει στην σκέψη του.
Αναλογίζομαι τι σημαίνει αυτό; Πόση αλήθεια ή πόση ψευδαίσθηση περικλείει;
Αποτιμώντας τις μεταρρυθμίσεις των τελευταίων είκοσι χρόνων, που έφεραν την πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση από την πολυδιάσπαση των 5.600 περίπου μικρών και επιχειρησιακά καχεκτικών κοινοτήτων στους κατά κανόνα υπερμεγέθεις  325 Δήμους του Καλλικράτη, με σταθμό τους 900 Δήμους του Προγράμματος Ι. Καποδίστριας, μπορώ «μετά λόγου γνώσεως» να υποστηρίξω ότι ο ισχυρισμός περί ανεπάρκειας της δημοτικής υπαλληλίας είναι όντως μία ψευδαίσθηση για τους ανυποψίαστους αιρετούς και ένα δάκτυλο πίσω από το οποίο κρύβονται οι ενδεχομένως υποψιασμένοι. Για να ακριβολογώ: όταν το παραγόμενο έργο δεν είναι αρκούντως αποτελεσματικό γιαυτό δεν ευθύνεται η δημοτική υπαλληλία αλλά το δημοτικό πολιτικό σύστημα και ιδίως οι ίδιοι οι αιρετοί και το περιεχόμενο της ηγεσίας τους.
Η εφαρμογή του Προγράμματος Ι. Καποδίστριας ήταν μία ευκαιρία και πάντα φέρνω στην μνήμη το παράδειγμα του επιστημονικού προσωπικού των Δήμων. Όταν το 1998 ξεκίνησε η λειτουργία των νέων ΟΤΑ του προγράμματος Ι.Καποδίστριας είχε προηγηθεί η πρόσληψη 2500 επιστημόνων για να στελεχώσουν τους νέους δήμους. Δεν πέρασε ούτε η πρώτη θητεία των νέων Δημοτικών Αρχών και πολλοί από αυτούς, κυρίως Μηχανικοί, μεταφέρθηκαν στους μεγάλους και μη συνενωθέντες Δήμους, όπου κατά κανόνα διέθεταν ήδη επιστημονικό προσωπικό. Η μεταφορά έγινε με την συναίνεση και ενίοτε την ανακούφιση των Δημοτικών Αρχών. Η Πολιτεία που είχε προτάξει την πρόσληψή τους κατά παρέκκλιση των ισχυουσών τότε διατάξεων, και είχε γιαυτό δαπανήσει μέρος των κονδυλίων για την εφαρμογή της μεταρρύθμισης, αδιαφόρησε και εντέλει ευνόησε την αποψίλωση των νέων Δήμων από το επιστημονικό προσωπικό. Οι Δημοτικές Αρχές δεν κατανόησαν την σημασία της παρουσίας του αφού η μεν στελέχωση του Δήμου με στελέχη πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και μάλιστα μη δημότες τους δεν ήταν διακύβευμα πολιτικού κόστους και εν πολλοίς τους ήταν αδιάφορο αφού για την ωρίμανση και την ένταξη των έργων στο ΕΠΤΑ ή στο τότε ΚΠΣ αρκούσε η καλή γνωριμία με τον Κρατικό Περιφερειάρχη και η συνδρομή των ιδιωτικών μελετητικών γραφείων που πάντα συνδράμουν με το αζημίωτο τους μικρούς και μεσαίους αλλά και τους μεγάλους Δήμους.
Εν τω μεταξύ η οργάνωση των Υπηρεσιών που τότε για πρώτη φορά επεκτάθηκε στο σύνολο των ΟΤΑ,  κατανοήθηκε ως τοποθέτηση «στα κουτάκια» και όχι σαν εργαλείο επίτευξης των επιχειρησιακών στόχων του Δήμου, σε καμία δε περίπτωση ως εργαλείο αναβάθμισης της ποιότητας των παρεχόμενων στους δημότες υπηρεσιών.
Η αποστολή, η οργάνωση και η λειτουργία ενός Δήμου δεν είναι ασφαλώς η περιγραφόμενη πιο πάνω νωχελική κατάσταση παρότι σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και μεγάλων Δήμων, είναι πραγματική.
Οι αιρετοί είναι οι φορείς της πολιτικής εντολής. Εκπροσωπούν την τοπική κοινωνία ως εντολοδόχοι και οφείλουν να διευθύνουν τις τοπικές υποθέσεις με γνώμονα το συλλογικό, δημόσιο τοπικό συμφέρον. Έχουν την ευθύνη της πολιτικής διεύθυνσης του Δήμου, δηλαδή της διαμόρφωσης και εφαρμογής δημοσίων πολιτικών που στοχεύουν στη διαχείριση των προβλημάτων της πόλης  και του τόπου.
Αντίθετα, η δημοτική υπαλληλία είναι το ανθρώπινο δυναμικό που εργάζεται για την υλοποίηση των πολιτικών που σχεδιάζουν οι αιρετοί ως εντολοδόχοι της τοπικής κοινωνίας. Η υπαλληλική σχέση επιβάλλει ασφαλώς την λειτουργία στο πλαίσιο της διοικητικής ιεραρχίας, την ανταπόκριση στην εκτέλεση των καθηκόντων με βάση το εργασιακό αντικείμενο αλλά και τις δεξιότητες, γνώσεις ή και ικανότητες που επιτάσσει η θέση τους. Επειδή η διαδρομή προς την κορυφή της ιεραρχίας είναι διαδικασία αξιολόγησης οι δημοτικοί υπάλληλοι πρέπει να επιδιώκουν διαρκώς να αυξάνουν τα εργασιακά τους προσόντα και να αναπτύσσουν τις δεξιότητες και τις γνώσεις έτσι ώστε να κατακτούν τις θέσεις ευθύνης. Αυτό σημαίνει στοιχειωδώς επαγγελματισμός και αξιοκρατία.
Ο επαγγελματισμός και η χρηστή διοίκηση είναι τα κλειδιά για την επιτυχία κάθε δημοτικής πολιτικής στην πράξη. Ιδιαίτερα σε μία εποχή που οι τεχνολογικές εξελίξεις «τρέχουν» η διαρκής επιμόρφωση, η παροχή κινήτρων για την απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων, η δίκαιη και αντικειμενική αξιολόγηση και κρίση  αποτελούν κεφάλαια της ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού που χωρίς αυτά ένας Δήμος δεν μπορεί να προχωρήσει.